Oδοιπορικό στα παράλια της αλησμόνητης Μ. Ασίας

.... "Άνθρωποι και Φύση πάνω από τα κέρδη"


Κυριακή 24 Ιουλίου 2016

«Γράμματα από τη Γερμανία» - έπειτα από 50 χρόνια

Της μετανάστευσης τα βάσανα

mikis theodorakis

Ο Μίκης Θεοδωράκης με τον Φώντα Λάδη στη συναυλία του 1966
Ο Μίκης Θεοδωράκης με τον Φώντα Λάδη στη συναυλία του 1966
«Γράμματα από τη Γερμανία» - έπειτα από 50 χρόνια
«Λες και ήταν χτες», που λέει το γνωστό τραγουδάκι. Και όμως πάνε πενήντα χρόνια από τότε που ο Φώντας Λάδης, νεοσσός τότε δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή» (όπως κι ελόγου μου), συν ποιητής με ποιήματα που είχαν ήδη δημοσιευθεί στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (αμφότερα –εφημερίδα και περιοδικό– με την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά) και στίχους που είχε μελοποιήσει ο Μάνος Λοΐζος, έγραψε τον Μάρτιο του 1966 τα «Γράμματα από τη Γερμανία», που μελοποίησε έναν μήνα αργότερα ο Μίκης Θεοδωράκης.
Πρωτοειπώθηκαν στην μπουάτ «Εσπερίδες» από τον Γιώργο Ζωγράφο, που τα τραγούδησε για δύο συνεχείς βραδιές (1 και 2 Σεπτεμβρίου 1966) στην Α' Εβδομάδα Ελληνικής Μουσικής, στο υπαίθριο θέατρο Λυκαβηττού, υπό τη διεύθυνση του συνθέτη, με τεράστια επιτυχία. Αυτό που άρεσε στα «Γράμματα», εκτός από τη μουσική, ήταν ο οξύς πολιτικός τους λόγος, το χιούμορ και η -ενοχλητική για κάποιους- αθυροστομία.
Τον καιρό εκείνο των ανακτορικών κυβερνήσεων των λεγόμενων αποστατών, τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη ήταν απαγορευμένα από τους δύο (δεν υπήρχε και τίποτ’ άλλο) ραδιοφωνικούς σταθμούς (το κρατικό ΕΙΡ και τη στρατιωτική ΥΕΝΕΔ), η δε κυκλοφορία τους σε δίσκο έπρεπε να έχει την έγκριση της Επιτροπής Ελέγχου, που ελλόχευε στο υπουργείο Προεδρίας, ειδικής στις απαγορεύσεις και τη λογοκρισία.
Οπότε, ούτε λόγος να κυκλοφορήσουν τα «Γράμματα», που βγήκαν ελεύθερα μετά την πτώση της χούντας, τo 1976, σε δύο εκδοχές: από τη ΜΙΝΟS με Γιώργο Ζωγράφο, Αννα Βίσση και Γιάννη Θωμόπουλο και από τη LYRA με Αφροδίτη Μάνου, Αντώνη Καλογιάννη και Γιάννη Συρρή.
…«Χυδαία»
Και τώρα ιδού, 50 έτη μετά, έχουν ξανά την τιμητική τους σε σειρά συναυλιών, με τον -πάντα επίκαιρο- γενικό τίτλο «Τραγούδια για τη Μετανάστευση και την Προσφυγιά», η πρώτη από τις οποίες θα δοθεί μεθαύριο Δευτέρα 9 μ.μ., με ελεύθερη είσοδο, στο Θέατρο Αττικού Αλσους, με τους Βασίλη Κορακάκη, Αφροδίτη Μάνου, Γιώργο Μεράντζα, Σοφία Παπάζογλου και Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Θα συνοδευτούν από προβολές ταινιών και μνήμες γνωστών τραγουδιών και άλλων ντοκουμέντων.
Δεν έγινε… αναίμακτα η πρώτη παρουσίαση των «Γραμμάτων» στον Λυκαβηττό το 1966. Ενοχλητικοί οι στίχοι για τους κρατούντες και πιο πολύ για την εφημερίδα «Ακρόπολις», ναυαρχίδα της λεγόμενης «εθνικοφρόνου παρατάξεως», οι στίχοι:
Στο καφενείο “Ελληνικό” / μαζευόμαστε τα βράδια, / πέντε – πέντε στα τραπέζια / και διαβάζουμε “Αυγή”, / “Βήμα”, “Νέα”, “Αλλαγή”. / Οποιος θέλει “Ακρόπολη” / κι είναι κάτι λίγοι, / τζάμπα τις μοιράζουνε, / ο Κοσμάς τις μάζεψε, / να ’χει να τυλίγει. 
(Oταν πάντως κυκλοφόρησε ο δίσκος, η «Ακρόπολη» είχε αντικατασταθεί από τη λέξη «χουντική»)
Εξαλλη η εν λόγω εφημερίδα με τίτλους όπως: «Εβδομάς χυδαίας μουσικής του αρχηγού των Λαμπράκηδων», «Αποδοκιμάζεται η χυδαία μουσική του Μίκη» (το αντίθετο, το θέατρο βούλιαξε από ενθουσιώδη πλήθη). Και ακόμα: «Υπάρχει θέμα διώξεως του Μίκη Θεοδωράκη» (δεν έγινε καμιά δίωξη).
Η εβδομάδα κύλησε με αμείωτη επιτυχία, καθώς ο συνθέτης θέλησε να τιμήσει το έργο και άλλων δημιουργών –οι περισσότεροι από τους οποίους παρίσταντο– του ρεμπέτικου, του λαϊκού, του έντεχνου: Βαμβακάρης, Παπαϊωάννου, Τσιτσάνης, Μητσάκης, Καλδάρας, Χατζιδάκις, Ξαρχάκος, Λοΐζος, Λεοντής, Γλέζος.
Και ποιητές των οποίων είχαν μελοποιηθεί στίχοι: Σεφέρης, Ελύτης, Βάρναλης, Ρώτας, Ρίτσος, Γκάτσος, Λειβαδίτης, Χριστοδούλου, Μποστ, Καμπανέλλης, Περγιάλης, Θαλασσινός, Γιάννης Θεοδωράκης, Νεγρεπόντης, Λ. Παπαδόπουλος, Και με τραγουδιστές: Μπιθικώτσης, Μαρινέλλα, Φαραντούρη, Μητροπάνος, Πουλόπουλος, Ζωγράφος, Ροδά.
Και η Μελίνα
«Αυτή η Α' Εβδομάδα Ελληνικής Μουσικής μας δίνει φτερά. Νομίζω ότι ο λαός καθιέρωσε πια την εκδήλωση αυτή δια βοής», είπε στο τέλος της τελευταίας ημέρας ο Θεοδωράκης, και κατέγραψα στο σχετικό ρεπορτάζ της «Δημοκρατικής Αλλαγής». «Τώρα σκεφτόμαστε ήδη τη Β' Εβδομάδα».
Μεταξύ των θεατών ήταν και ο Ζυλ Ντασσέν με την πανέμορφη Μελίνα. «Πώς εδώ;» τη ρωτάω στο ίδιο ρεπορτάζ. «Φεύγω αύριο από την Ελλάδα, και για ανάμνηση την τελευταία μου βραδιά ήθελα να την περάσω εδώ, για να φύγω γεμάτη ακούγοντας “Ρωμιοσύνη”. Αυτό τα λέει όλα».
Την άλλη μέρα έφυγαν πραγματικά για τη Νέα Υόρκη, για το μιούζικαλ «Ιλια Ντάρλινγκ». Εκεί λίγους μήνες αργότερα τους βρήκε η δικτατορία, που ακύρωσε και τη Β’ Εβδομάδα Ελληνικής Μουσικής…
Στο πλαίσιο
Τι θα απογίνει η Βρετανία χωρίς Ευρωπαϊκή Ενωση και τι η Ευρωπαϊκή Ενωση χωρίς Βρετανία; Θέμα των αρμόδιων αναλυτών και της ίδιας της ζωής, διότι και οι αρμόδιες δημοσκοπήσεις έβγαζαν αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που προέκυψε.
Διάβασα ότι Σκοτία, Β. Ιρλανδία, Γιβραλτάρ, Λονδίνο -με τους νέους κυρίως ψηφοφόρους- ψήφισαν in, αλλά τελικά υπερίσχυσε το out, με κάποιους από τους ψηφοφόρους να έχουν μετανιώσει, ενώ και ο πρωθυπουργός, που είχε τη φαεινή ιδέα του δημοψηφίσματος, τώρα οδύρεται.
Εχω τη γνώμη, ως απλός καλλιτεχνικός συντάκτης, ότι οι ενήλικες κυρίως που ψήφισαν το out ζουν ακόμη στα χρόνια της Μεγάλης Βρετανίας (της Rule Britannia – Κυβέρνα Βρετανία!), με Αυστραλία, Καναδά, Ινδία, Κύπρο και άλλες αποικίες. Βάλτε και τον χλιδάτο θεσμό της βασιλείας, με τους καρποφόρους γόνους (άκου μεγαλειότατοι, πρίγκιπες και γαλαζοαίματοι στην Ευρώπη του 21ου αιώνα!), στο πιο άνετο, αποδοτικό και γκλαμουράτο επάγγελμα.
Ημείς οι Ελληνες δεν έχουμε, νομίζω, να θρηνήσουμε για την απώλεια ως εταίρου της Βρετανίας, η οποία μας έβλεπε πάντα ως υποτελείς.
Γνωστή η συμπεριφορά της στην Κατοχή, και στην Κύπρο, όπου, αφού πολέμησε λυσσαλέα την Ενωση και τους μαχητές της, άφησε, μολονότι εγγυήτρια δύναμη, την Τουρκία να μακελέψει και να καταλάβει το μισό νησί. Οπότε, πρόβλημά της τι θα πράξει από εδώ κι έπειτα (δεδομένου πάντως ότι πρόκειται για μια εύρωστη οικονομικά χώρα). Μ’ εμάς τι γίνεται…
ΚΑΙ… Γιατί όχι η ελληνική ως επίσημη ευρωπαϊκή γλώσσα τώρα που δοκιμάζεται η αγγλική; (Λέμε και καμιά κουταμάρα να κλείσει η στήλη.)
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Οταν η λογοκρισία… έσκιζε

_________________

Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Τα μυστικά μονοπάτια της Αθήνας

Πολύβουοι δρόμοι, εμπορικές οδοί, γραφικά σοκάκια και κρυφοί κήποι σας καλούν να ανακαλύψετε τα μυστικά μονοπάτια της Αθήνας


Πεζόδρομοι που σφύζουν από ζωή. Πολυτελή ξενοδοχεία, εξαιρετικά εστιατόρια με όλων των ειδών τις κουζίνες, καφέ που βγάζουν τα τραπεζάκια τους στους πεζόδρομους, εμπορικά κέντρα για ατέλειωτες ώρες shopping, αλλά και γραφικές παλιές αγορές, γκαλερί με εκθέσεις μοντέρνας τέχνης, art shops, παλαιοπωλεία. Για να απολαύσετε ό, τι συμβαίνει στην Αθήνα, θα πρέπει να ανακαλύψετε τις διαδρομές της:
Πανεπιστημίου-Βουκουρεστίου-Σταδίου-ΑμερικήςΤο «χρυσό τετράγωνο» του κέντρου της Αθήνας σήμερα σφύζει από ζωή, φιλοξενώντας ιστορικά καφέ, πολυτελή και επώνυμα καταστήματα, θέατρα και την υπέροχη σκεπαστή στοά Σπυρομήλιου.

Εκείνο που μάλλον δεν γνωρίζουν ούτε οι ίδιοι οι Αθηναίοι είναι ότι το πρώην Μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, χαρακτηριστικό δείγμα αρχιτεκτονικής δημόσιων κτηρίων στην εποχή του Μεσοπολέμου, στην οθωμανική περίοδο στέγαζε τους βασιλικούς στάβλους, ενώ το 1923 στήθηκε εδώ τσίρκο με άγρια θηρία! Απέναντι από το εμπορικό κέντρο Citylink, βρίσκεται το Νομισματικό Μουσείο όπου μπορείτε να απολαύσετε τον καφέ σας σε έναν από τους πιο όμορφους κήπους του κέντρου της Αθήνας.
Στον λόφο του Φιλοπάππου, παρέα με τις ΜούσεςΈνα από τα ωραιότερα σημεία της Αθήνας, ό,τι πρέπει για βόλτα και εξερεύνηση. Ο πρώην Λόφος των Μουσών, με τις μυρωδιές της μεσογειακής βλάστησης, τα βουκολικά σύδεντρα και το μαγικό χέρι του διάσημου αρχιτέκτονα Δημήτρη Πικιώνη στη χάραξη των μονοπατιών του, ανταμείβει με το παραπάνω όσους κάνουν μια βόλτα σε αυτή τη γωνιά της Αθήνας. Θα θαυμάσετε το βυζαντινό παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη κρυμμένο μέσα στα πεύκα.
Περίπατος στον κήπο των βασιλιάδων
Μια πράσινη όαση στο κέντρο της Αθήνας, ο Εθνικός Κήπος, αγκαλιάζει το κτήριο της Βουλής και επεκτείνεται μέχρι τους κήπους του Ζαππείου. Υπήρξε ο κήπος των Ανακτόρων του πρώτου βασιλικού ζεύγους της Ελλάδας και οριοθετήθηκε στα σημερινά του όρια των 155 στρεμμάτων το 1839. Η βλάστηση είναι πλούσια με πολλά εισαγόμενα είδη που έφεραν οι γεωπόνοι της τότε βασίλισσας Αμαλίας, αλλά και αρκετά ενδημικά φυτά.

Οριοθετημένοι από το Προεδρικό Μέγαρο, το Μέγαρο Μαξίμου, το Καλλιμάρμαρο και τους Στύλους του Ολυμπίου Διός οι κήποι του Ζαππείου είναι αγαπημένος χώρος αναψυχής στο κέντρο της πρωτεύουσας. Το εντυπωσιακό Μέγαρο ολοκληρώθηκε το 1878 από τον Δανό αρχιτέκτονα Θεόφιλο Χάνσεν. Είναι ένα ημικυκλικό νεοκλασικό κτήριο με πρόπυλο κορινθιακού ρυθμού. Αξίζει να περπατήσετε ή να κάνετε τζόγκινκ στους καλοδιαμορφωμένους κήπους αλλά και να καθίσετε για καφέ ή φαγητό.

Η πιο όμορφη βόλτα στην ιστορία της Αθήνας
Ο περίπατος στη Διονυσίου Αεροπαγίτου και την Αποστόλου Παύλου είναι ίσως ο ωραιότερος περίπατος στο κέντρο της Αθήνας στην περιοχή κάτω από την Ακρόπολη. Τα καφέ, το νέο Μουσείο της Ακρόπολης, το μέγαρο Μακρυγιάννη και μια σειρά από τα πιο κομψά νεοκλασικά κτήρια της Αθήνας, που αντικρίζουν απέναντί τους την Ακρόπολη, σας υποδέχονται στο ξεκίνημα της βόλτας. Ακολουθεί το Ηρώδειο, το αρχαίο θέατρο που έχει φιλοξενήσει μνημειώδεις παραστάσεις και μετράει πάνω από μισό αιώνα ζωής στα διεθνή καλλιτεχνικά δρώμενα.

Εάν θέλετε, μπορείτε να κάνετε παράκαμψη, για να δείτε τον αρχαιολογικό χώρο της Πνύκας και να συνεχίσετε τη βόλτα στην Αποστόλου Παύλου, από όπου όλη η περιοχή του Θησείου απλώνεται μπροστά σας με τα δεκάδες καφέ, τα ουζερί και τα εστιατόρια πάνω στον φαρδύ πεζόδρομο. Ανακαλύψτε το λόφο των Νυμφών με το λαξευτό ναό του Πανός και κάντε τον «Αστροφυσικό περίπατο», για να δείτε τα κτήρια του Αστεροσκοπείου και το μουσείο του, απολαμβάνοντας τη θέα μέχρι τον Πειραιά και τη θάλασσα.
Ένα θέρετρο δυο βήματα από την πόλη 
Ώρα για πολυτελείς διακοπές. Λίγα λεπτά από το κέντρο της πόλης, το αστικό τοπίο δίνει τη θέση του σε έναν μοναδικό πολυτελή προορισμό που πρόθυμα θα φιλοξενήσει ξέγνοιαστες καλοκαιρινές στιγμές. Αθηναϊκή Ριβιέρα: Εδώ σας περιμένουν οργανωμένες παραλίες με εγκαταστάσεις για θαλάσσια σπορ, απομονωμένοι κόλποι με κρυστάλλινα νερά, γραφικοί όρμοι με βραχάκια και προβλήτες για βουτιές, παραλιακά μπαρ και μοδάτα καφέ, ταβερνάκια δίπλα στο κύμα και γκουρμέ εστιατόρια, δημοφιλή κλαμπ με πρωτοποριακή διακόσμηση και έντονο ρυθμό καλοκαιριού.
Στην άκρη της μοναδικής αυτής ακτογραμμής, θα συναντήσετε το Σούνιο και τον διάσημο ναό του του Ποσειδώνα, ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της περιοχής. Θάλασσα, φως και αττικός ουρανός σμίγουν σε αυτόν τον τόπο, για να δημιουργήσουν μαζί το ιδανικό σκηνικό διακοπών, που διαχρονικά κερδίζει τις εντυπώσεις μας.
Ο παράδεισος, τελικά, είναι μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα. Θέρετρα πολλών αστέρων με πολυτελή κέντρα ευεξίας, βίλες με ιδιωτικό λιμανάκι και πισίνα, υδρομασάζ, γυμναστήριο και χώρο μασάζ. Μίνι γκολφ, πολυτελείς μαρίνες, ιστιοπλοΐα, βόλτες με ποδήλατο, καταδύσεις, παρτίδες τένις, spa. Κοκτέιλ στο ηλιοβασίλεμα, γεύμα αυθεντικών μεσογειακών γεύσεων υπό το φως των κεριών. Θέα απίστευτη στο Σούνιο, στο Λαγονήσι, στο Καβούρι, στη θάλασσα της Βουλιαγμένης! Τα υπερπολυτελή resorts της Αθήνας σας προσκαλούν στο όνειρο... Έρχεστε;

_____________
http://www.discovergreece.com/el/mainland/attica/athens/athens-top-walks

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Γυναίκα έξω από το “σπίτι” της στα Κανάλια Μαγνησίας το 1946

Βαγγέλης Μητράκος· 


ΚΑΛΗΜΕΡΑ !!!

Φτώχεια ελεεινή, μα και νοικοκυροσύνη -η αξιοπρέπεια της Ελληνίδας μάνας. 
Γυναίκα έξω από το “σπίτι” της στα Κανάλια Μαγνησίας το 1946 
(φωτογραφία της ΒΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ)


Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Φωτογραφίες από την Ελλάδα (1903-1920)

Από τον φιλέλληνα φωτογράφο Φρεντ Μπουασονά

Αθήνα, οδός Ερμού 1920

Το έργο του Φρεντ Μπουασονά, αν και γνωστό στην Ευρώπη των αρχών του 20ου αιώνα, αξίζει σήμερα μια δεύτερη ανάγνωση. Η πρόοδος σε τεχνικά θέματα, η ανακάλυψη του χρώματος, η ευχρηστία των μηχανών και οι ανέσεις του ταξιδιού, μπορεί σήμερα να καθιστούν το έργο του απαρχαιωμένο, αλλά η ιστορική ματιά αποκαλύπτει τον μοντερνισμό του σε σύγκριση με άλλους φωτογράφους που περιπλανήθηκαν στην Ελλάδα. Ο καλλιτέχνης, πέρα από το καταγραφικό ενδιαφέρον του για όλα όσα εξαφανίζονται, μας δίνει μια εικόνα της Ελλάδας που εκτείνεται πέρα από την εθνογραφική μαρτυρία. Η μεγάλη πίστη και ο θαυμασμός του για τη χώρα αυτή μεταδίδονται μέσα από το έργο του με μια τρυφερότητα και μια αγάπη που η δύναμη τους ακόμη και σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, δίνει ψυχή σ' αυτά τα κομμάτια χαρτιού, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν παραμείνει απλές φωτογραφίες...

Άνδρες στο δρόμο της Ανδρίτσαινας 1903


Μπουασονά Φρέντ – Frederic Boissonnas (1858-1946)

O Φιλέλληνας Ελβετός Fred Boissonnas είναι ο πρώτος ξένος φωτογράφος που περιηγήθηκε τόσο πολύ στον ελληνικό χώρο, από το 1903 και για περίπου τρεις δεκαετίες αργότερα. Ταξίδεψε από την Πελοπόννησο ως την Κρήτη και τον Όλυμπο και από την Ιθάκη ως το Άγιο Όρος. Περιηγήθηκε, φωτογράφισε, έγραψε. Το έργο του, πρωτοποριακό αλλά και καθοριστικό για την εξέλιξη της ελληνικής φωτογραφίας κατά τον 20ό αιώνα. Μέσα από τις φωτογραφίες και τα λευκώματά του παρουσιάζει ένα πανόραμα της Ελλάδας του μεσοπολέμου, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την Ελλάδα την ίδια περίοδο.


Η οικογένεια των Boissonnas κατάγεται από τη νότια Γαλλία, από το Livron, ένα χωριό κοντά στη Μασσαλία. Όταν στη Γαλλία το κλίμα για τους προτεστάντες έγινε εχθρικό οι πρόγονοι του Fred – μαζί με πολλές άλλες οικογένειες- αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Γενεύη. Η καταγωγή της οικογένειας έκανε τον Fred να πιστεύει πως ήταν απόγονος γενναίων Ελλήνων θαλασσοπόρων που είχαν εγκατασταθεί εκεί, κοντά στις εκβολές του Ροδανού.(Gad Borel, ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, BOISSONNAS, Ριζάρειο Ίδρυμα Αθήνα 2001 σ. 18.)



Ο Henri-Antoine Boissonnas, ο πατέρας του Fred, ιδρυτής της φωτογραφικής δυναστείας, άσκησε στην αρχή το επάγγελμα του χαράκτη στο ωρολογοποιείο του πατέρα του, η αδυναμία του , όμως, ήταν η φωτογραφία. Αυτή η αγάπη – που την κληρονόμησαν οι γιοι του- ήταν η αιτία που, αργότερα, άνοιξε στούντιο στη Γενεύη.
Ο Fred(eric) Boissonnas γεννήθηκε στις 18-6-1858. Ήταν το πρώτο από τα τέσσερα παιδιά του Henri-Antoine και της Sophie, (Fred, Edmond-Victor, Caroline, Eva). (Τα στοιχεία για τη ζωή του F. Boissonnas λήφθηκαν κυρίως από το έργο του NICOLAS BOUVIER, BOISSONNAS UNE DYNASTIE DE PHOTOGRAPHES 1864-1983, PAYOT LAUSANNE 1983).

Πολύπλευρο ταλέντο, ο Fred κατάφερνε να συνδυάζει τα σπορ – ο αλπινισμός ήταν η μεγάλη του αγάπη- με τις σπουδές – παρακολουθούσε μαθήματα σχεδίου στη Σχολή Καλών Τεχνών- και τη μουσική- ήταν θαυμάσιος πιανίστας. Μια καρδιακή κρίση του πατέρα του τον υποχρέωσε, πριν τελειώσει το γυμνάσιο, να αναλάβει για μερικούς μήνες το εργαστήριο. Παρά την απειρία του κατάφερε να τα βγάλει πέρα. Μετά από αυτό, ο πατέρας του αποφάσισε να τον στείλει να βελτιώσει τις γνώσεις του, πρώτα στη Στουτγάρδη, στο στούντιο του Brandseph, και αργότερα στον Ούγγρο Kohler. Ο τελευταίος επηρέασε αποφασιστικά τον Fred. Ο Fred επέστρεψε από την Ουγγαρία το 1880. Γρήγορα, μεταμόρφωσε το ατελιέ του πατέρα του σε μαγικό σκηνικό, χρησιμοποιώντας έπιπλα, διακοσμητικές συνθέσεις και σκηνογραφικά υπόβαθρα με απόλυτα νεωτεριστικό πνεύμα και ιδιαίτερα ελκυστικό αποτέλεσμα. Οι φωτογραφίες του χαρακτηρίζονταν για τη ζωντάνια τους και χάρισαν στον Fred διεθνή αναγνώριση. Το ατελιέ του ήταν διαρκώς γεμάτο. Από το 1896 και μετά κέρδισε, πολλά βραβεία στη Γενεύη, το Παρίσι, τη Βέρνη, τη Βιέννη, το Σικάγο.

Τα επόμενα χρόνια πολλαπλασίασε τις μελέτες του γύρω από το φως. Μελέτησε τον καλπασμό ενός αλόγου, χωρίζοντάς τον σε πολύ μικρά διαστήματα, της τάξης του 1/100 του δευτερολέπτου (αντίστοιχα με τη σχετική μελέτη του Maybridge) (βλ. Άλκης Ξανθάκης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ 1839-1975, ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ Αθήνα 1994-99 σ. 59-60.).
Ανέλαβε φωτορεπορτάζ, διαφημίσεις κλπ.

Στην Παγκόσμια Έκθεση του Παρισιού του 1900 κέρδισε το πρώτο βραβείο. Μετά και από αυτό το θρίαμβό του, ο Fred άρχισε να εγκαινιάζει ατελιέ στο Παρίσι, τη Λυών και τη Μασσαλία. Το 1902 – μαζί με τον Γερμανό Eggler- αγόρασε το ατελιέ του Ιταλού Passeta, στην πλατεία Niefski της Μόσχας. Ο Eggler κατάφερε γρήγορα να προσελκύσει όλη την καλή κοινωνία της πόλης στο κατάστημα τους. Κυρίες επί των τιμών, δούκες, δούκισσες, βοεβόδες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες άρχισαν συρρέουν για ένα πορτρέτο.

Πριν φύγει για την Αμερική ο Edmond-Victor Boissonnas (O Edmond Boissonnas πέθανε στην Αμερική από τύφο. Μετά το θάνατο του αδελφού του, ο Fred εργάστηκε σκληρά μόνος του αυτή τη φορά, γύρω από τη οπτική και τη χημεία της φωτογραφίας.) είχε ετοιμάσει για τον αδερφό του μερικές μεγάλες φωτογραφικές πλάκες. Είχε καταφέρει να απομονώσει ένα φωτοευαίσθητο υλικό, την εωσίνη, και τη χρησιμοποίησε καθαρή, σε μεγάλες ποσότητες, με θεαματικά αποτελέσματα. ( O Edmond Boissonnas δεν ανακάλυψε την εωσίνη. Μερικοί φωτογράφοι τη χρησιμοποιούσαν, ήδη. Η επιτυχία του ήταν ότι τη χρησιμοποίησε σε καθαρή μορφή.)

Τον ίδιο καιρό ο Fred φωτογράφησε από μακριά το Mont-Blanc, με τηλεφακό που κατασκευάστηκε στην Αγγλία. Για πρώτη φορά στην ιστορία της φωτογραφίας ξεχώρισε το μπλέ (ουρανός) από το άσπρο (χιόνι). Η κορυφή από μόνη της κάλυψε μία πλάκα 15×16 εκ. Η φωτογραφία αυτή έκανε το γύρο του κόσμου.
.
Ο Fred Boissonnas στην Ελλάδα
Λίγα χρόνια αργότερα (1902) ο Fred πήρε ένα τηλεγράφημα από το Σκωτσέζο λόρδο Nappier, που του παράγγειλε: «Πηγαίνετε να κάνετε για μένα στον Παρνασσό αυτό που κάνατε στο Mont-Blanc». Μαζί με το τηλεγράφημα, ο Nappier έστειλε και 1000 λίρες, ποσό που μπορούσε να καλύψει τα έξοδα της αποστολής. Επικαλούμενος φόρτο εργασίας, αρνήθηκε. Επέστρεψε τα χρήματα και πρόσθεσε: «…αν σε ένα χρόνο έχετε την ίδια διάθεση…». Ένα χρόνο αργότερα (1903) βρήκε στο γραμματοκιβώτιο του νέο τηλεγράφημα με το ίδιο λακωνικό περιεχόμενο. Αυτή τη φορά αποδέχτηκε την πρόταση. Πήρε μαζί του το φίλο του Daniel Baud-Bovy,( Ο Daniel Baud-Bovy ήταν κατά 12 χρόνια νεότερος από το Fred. Γιος ζωγράφου, μεγάλωσε σε καλλιτεχνικό περιβάλλον. Είχαν συνεργαστεί με τον Fred στις εκδόσεις: «Οι ζωγράφοι της Γενεύης» και «Το ημερολόγιο της Γενεύης» και τους συνέδεε βαθιά φιλία και κοινή καλλιτεχνική αίσθηση.)πρύτανη της Σχολής Καλών Τεχνών, και - μαζί με τις συζύγους τους- αναχώρησε για την Ελλάδα.


Πρώτος σταθμός τους στην Ελλάδα η Κέρκυρα. Η παρέα θαμπώθηκε από τον πολιτισμό των Ιονίων. Εντυπωσιάστηκε πιο πολύ από τα πασχαλιάτικα έθιμα του νησιού. Έφτασαν τελικά στην Αθήνα και από εκεί στον Παρνασσό. Σχεδόν δυο μήνες πήρε η προσπάθεια του Fred να τραβήξει ένα πλάνο αυτού του τιμημένου βουνού, που να τον ικανοποιεί.
Τελικά, ο Fred κι ο Daniel εγκαταστάθηκαν στο Ζεμενό Κορινθίας απ’ όπου μπορούσαν να έχουν πανοραμική άποψη του Παρνασσού. Στο χωριό, που δεν είχε ξαναφανεί φωτογράφος, διοργανώθηκε γιορτή. Ο παπάς του χωριού τούς παραχώρησε το δωμάτιό του. Ο ίδιος αρκέστηκε στο στάβλο που έβαζε το γάιδαρό του.

Όταν ο καιρός δεν επέτρεπε τη φωτογράφηση του Παρνασσού, ο Fred φωτογράφιζε τους χωρικούς στις καθημερινές ασχολίες τους.
Από το πρώτο κιόλας ταξίδι του στην Ελλάδα, ο Fred σκέφτηκε να συνδέσει τη δουλειά του με την τουριστική προβολή της χώρας. (Βλ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΘΑΣ, ΤΟΠΙΑ και ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΠΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ του FRED.BOISSONNAS, μια έκδοση του περιοδικού «Συλλογές» Αθήνα χ.χ.)

Με διαδοχικά υπομνήματά του πρότεινε στην ελληνική κυβέρνηση τη χρηματοδότησή του για τη φωτογράφηση της Ελλάδας, αλλά και των περιοχών που επρόκειτο να ενσωματωθούν σ‘ αυτήν (Κρήτη, Μικρασιατικά παράλια, Ήπειρος, Μακεδονία).

Έθεσε τις υπηρεσίες του στην προβολή των ελληνικών θέσεων στο εξωτερικό με τη δύναμη της φωτογραφικής εικόνας. (Δυστυχώς η πρωτοποριακή αυτή πρόταση δεν έγινε δεκτή παρά αργότερα όπως θα δούμε παρακάτω για την περίπτωση της Ηπείρου και της Μακεδονίας). (Βλ. HENRI-PAUL BOISSONNAS Μικρά Ασία 1921,Ειρήνη Μπουντούρη, Η Μικρά Ασία του H.P. Boissonnas, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα.)

Τον Οκτώβριο του 1907 ο Fred, γυρίζοντας από την Αίγυπτο, βρέθηκε στην Ακρόπολη. Είχε πολλά να κάνει εκεί: χρειαζόταν πλάνα για το βιβλίο που ετοίμαζε με τον Daniel καθώς και για την καταγραφή των μνημείων της Αθήνας που του είχε ζητήσει ο εκδότης Eggimann από την Ευρώπη. Ο φωτισμός ήταν αξιοθαύμαστος, η θέα καταπληκτική, ο Παρθενώνας αποκλειστικότητά του: «…πραγματοποιώ ένα όνειρο, είμαι ολομόναχος… Είναι ωραίο να απολαμβάνω τέτοιο θαύμα…», έγραφε ο ίδιος . (Την ίδια εποχή τα μνημεία της Ελλάδας τα φωτογράφιζε και ο συμπατριώτης του Boissonnas αρχαιολόγος Waldemar Deonna, που αργότερα θα συνεργαστεί μαζί του (Δύο Ελβετοί αρχαιολόγοι φωτογραφίζουν την Ελλάδα Waldemar Deonna και Paul Collart 1904-1939, Αθήνα 2001).

Αργότερα, ανεβασμένος στην κορυφή μιας σκάλας 12 μ. που είχε παραγγείλει σε ένα ντόπιο ξυλουργό, φωτογράφισε την ζωφόρο του Παρθενώνα. Κάποιοι θεώρησαν βλασφημία αυτή τη φωτογράφηση. Τα γλυπτά, έλεγαν, είχαν φτιαχτεί για να τα βλέπει κανείς από το έδαφος. Όλοι όμως επαίνεσαν τις φωτογραφίες που τράβηξε στον Παρθενώνα μετά από μια δυνατή νεροποντή.

Το 1908 ο Fred ταξίδεψε και πάλι στην Ελλάδα. Αποβιβάστηκαν στην Αίγινα από όπου πέρασαν στην Επίδαυρο, στην Αττική και κατέληξαν στα Μετέωρα. Τον Αύγουστο του 1910 κυκλοφόρησε το λεύκωμα «En Grèce par monts et par vaux» (Στην Ελλάδα μέσα από τα βουνά και τα λαγκάδια), με τις υπογραφές των Fred και Daniel. Παρά το γεγονός ότι ήταν πανάκριβο, το λεύκωμα, σύντομα εξαντλήθηκε. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές.


Ο Daniel έγραψε: «εκεί όπου οι άλλοι δεν ψάχνουν παρά μόνο για ερείπια εμείς ανακαλύψαμε μια φύση και ένα λαό». Από παντού έφθαναν συγχαρητήρια γράμματα. Όλοι, από τον πιο ασήμαντο νεαρό Έλληνα φοιτητή ως τον Ελευθέριο Βενιζέλο, έγραφαν για να εκφράσουν το θαυμασμό τους.



Τον Οκτώβριο του 1911 ο Fred και ο Daniel ξανάρθαν στην Ελλάδα. Αυτή τη φορά προορισμός τους ήταν τα νησιά του Αιγαίου. Περιόδευσαν στη Σκύρο, την Τήνο, τη Μύκονο, τη Δήλο, τη Νάξο, την Αμοργό, τη Σαντορίνη, τη Σίκινο, τη Σίφνο, την Πάρο και την Ίο και κατέληξαν στην Κρήτη. Ο Βενιζέλος τους άνοιξε όλες τις πόρτες.



Το 1912 ο Fred συνόδεψε στο σκάφος «Καληδονία» τον ελληνιστή Victor Berard (Διάσημος Γάλλος ελληνιστής, ο οποίος μετέφρασε την «Οδύσσεια» στα γαλλικά.) στο ταξίδι αναζήτησης της πορείας του ομηρικού ήρωα Οδυσσέα σ’ όλη τη Μεσόγειο. Η «Καληδονία», πέρασε και από την Πάργα. Οι τουρκικές αρχές δεν επέτρεψαν τη φωτογράφηση κι έτσι ο Fred αρκέστηκε να τη φωτογραφίσει από τη θάλασσα. Λίγο καιρό μετά, όταν ελευθερώθηκε η Πάργα, ο Fred πανηγύριζε που θα μπορούσε, επιτέλους, να τη φωτογραφίσει από κοντά.(βλ. ημερολόγιο F. Boissonnas). Καρπός αυτής της προσπάθειας υπήρξε το βιβλίο «Dans le sillage d’ Ulysse», που εκδόθηκε στο Παρίσι στα 1932, με κείμενα του Victor Berard και φωτογραφίες του Fred.



Τον Ιούνιο του 1913 επέστρεψε στην Ελλάδα με τον Daniel. Αυτή τη φορά ήρθαν «να περιηγηθούν στο Βορρά», με σκοπό τη δημιουργία ενός άλμπουμ. Η ελληνική κυβέρνηση ανταποκρίθηκε, τελικά, στο αίτημα του Fred να χρηματοδοτήσει τη φωτογραφική αποτύπωση των περιοχών της Ηπείρου και της Μακεδονίας, που είχαν περιέλθει στο ελληνικό κράτος με τις νίκες στους βαλκανικούς πολέμους. (Το 1913-14 ο Fred έλαβε από τον τότε έλληνα πρέσβη στο Παρίσι και πρώην υπουργό των Εξωτερικών Άθω Ρωμάνο και το πενιχρό ποσό των 5.000 δρχ. που είχε εγκρίνει το 1907 ο Γεώργιος ο Α΄. βλ. Ειρήνη Μπουντούρη. Η οικογένεια Boissonnas και η «προβολή των ελληνικών θέσεων», Μικρά Ασία ο.π. σ. 35.)

Από αυτή την περιπλάνηση στην Ήπειρο προέκυψε το λεύκωμα «L’ Épire berceau des Grècs» ( Ήπειρος, το λίκνο της Ελλάδας), ενταγμένη στη σειρά «L’ image de la Grèce».

Με το λεύκωμα γινόταν φανερό πως , παρά τη μακραίωνη δουλεία της, η περιοχή είχε ακατάλυτους δεσμούς με την αρχαία Ελλάδα. Έντονη ήταν η παρουσία και του βυζαντινού παρελθόντος, συνυφασμένου με τη θρησκευτική συνείδηση των κατοίκων της περιοχής. Η παρουσία του ελληνικού στρατού στα πλάνα ήταν διακριτική.


Τέλος, η έξοχη ιδέα να επιλεγεί για το εξώφυλλο η φωτογραφία της Δωδώνης με τις ιερές βελανιδιές σφράγισε την έκδοση αυτή, που αποτέλεσε τον πιο αυθεντικό εκφραστή των ελληνικών θέσεων στο εξωτερικό! Μετά την Ήπειρο, ο Fred και ο Daniel ακολούθησαν τα βήματα του νικηφόρου ελληνικού στρατού και έφτασαν ως τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα φωτογραφίζοντας τις «νέες χώρες» που απελευθερώθηκαν.
Στις 2 Αυγούστου 1913, με οδηγό το Χρήστο Κάκκαλο, κατέκτησαν την ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου το Μύτικα (2918μ.), που μέχρι τότε παρέμενε απάτητη. (Στον Όλυμπο ανέβηκαν άλλες δύο φορές: το 1919 και το 1927.)


Στις 23 Αυγούστου ο Fred και ο Daniel απέστειλαν μακροσκελή επιστολή στο Γενικό πρόξενο της Ελλάδας στη Γενεύη Πέτρο Καψαμπέλη, στην οποία πρότειναν την ίδρυση εκδοτικού καλλιτεχνικού οίκου για την εκτύπωση εικονογραφικών λευκωμάτων και «…εν γένει επιχείρησιν πάσης καλλιτεχνικής εργασίας, ήτις θα ηδύνατο να αναπαραστήση φωτογραφικώς και καταστήσει γνωστάς τας καλλονάς των ελληνικών χωρών ανά την υφήλιον…» ( Αποκαλυπτική για τις προθέσεις της ελληνικής πλευράς, αλλά και των προθέσεων του Fred είναι η επιστολή του Καψαμπέλη προς τον υπουργό των εξωτερικών: «…ότι η επιχείρησις αύτη καλώς οργανουμένη ηδύνατο να αποδώση ημίν ανεκτιμήτους υπηρεσίας από πολιτικής, οικονομικής και πάσης άλλης απόψεως, είνε αναμφισβήτητον. Οι αναλαμβάνοντες ταύτην δεν αποβλέπουσι κυρίως εις αυτήν ως εις κερδοσκοπικήν επιχείρησιν. Αναμφιβόλως δεν ρίπτονται εις αυτήν εξ απλής μόνον αισθηματολογίας αλλά κυρίως επιθυμούσι να συμπληρώσωσιν έργον, εις ό αφιερώθησαν ήδη από 15ετίας…». Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών, (Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας 1922, φάκελος 98, υποφάκελος 4 (φάκελος Boissonnas ) Νο 553.)

Στις 14 Δεκεμβρίου 1918 υπογράφτηκε συμφωνία μεταξύ του Fred και του υπουργού των Εξωτερικών Νικολάου Πολίτη για τη διοργάνωση μιας έκθεσης στο Παρίσι με θέμα την Ελλάδα. Το οριστικό συμβόλαιο, που υπογράφτηκε στις 27 Μαρτίου 1919, προέβλεπε την έκδοση μιας σειράς λευκωμάτων (Smyrne, La Thrace, Constantinople και L’ Hellénisme d’ Asie Mineure). (Το συμβόλαιο αυτό φυλάσσεται στην Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών. (Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας 1922, φάκελος 98, υποφάκελος 4 (φάκελος Boissonnas ) Αριθ. Πρωτ. 2907.)

Οι εκδόσεις που θα ακολουθήσουν πιστοποιούν την ελληνική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και – ταυτόχρονα – προλειαίνουν το έδαφος και για τα επόμενα βήματα στην πραγματοποίηση της «Μεγάλης Ιδέας».


Με την αμέριστη αρωγή του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος γνώριζε και θαύμαζε το έργο του Fred Boissonnas, ο «προπαγανδιστικός μηχανισμός της εικόνας» έφθασε στο απόγειο του μέσα από εκδόσεις και εκθέσεις.
Το Μάιο του 1919, λίγες μέρες μετά την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων, ο Fred στέλνει στη Σμύρνη τον πρωτότοκο γιο του Edmond να φωτογραφίσει την πόλη για την έκδοση του ομώνυμου λευκώματος. Ο ίδιος, μαζί με τον τρίτο του γιο τον Henri πήγε στη Θεσσαλονίκη και τις υπόλοιπες περιοχές της Μακεδονίας, να εξασφαλίσει υλικό για την έκδοση των άλλων λευκωμάτων. (…Συγκροτούν το ιδεολογικό και το εικονογραφικό έρεισμα της «προβολής των ελληνικών θέσεων» και το τεκμήριο της ελληνικότητας των περιοχών μέσω της φωτογραφίας και των επιλεγμένων κειμένων…γράφει εύστοχα η Ειρήνη Μπουντούρη ο.π. σ. 37.)

.
Μέσα στο 1919 κυκλοφόρησαν τα λευκώματα «Smyrne» και «Salonique, la ville des belles églises». Το 1920-21 εκδόθηκαν δύο τόμοι για την εκστρατεία στη Μακεδονία, «La campagne de Macédoine, 1916-17» και «La campagne de Macédoine, 1917-18». Οι εκδόσεις αυτές στάλθηκαν σε όλες τις ελληνικές πρεσβείες και σε κάθε σημαντικό πολιτικό πρόσωπο της εποχής.


Στις 5 Ιουνίου του 1921 κατέφθασε στη Σμύρνη ο Henri-Paul με σκοπό να καλύψει ως φωτορεπόρτερ την εκστρατεία του ελληνικού στρατού μαζί με τον έμπειρο συνταγματάρχη Fernand Feyler, που θα έγραφε τις ανταποκρίσεις από το μέτωπο. Ο Fred είχε καταφέρει να πείσει τη νέα ελληνική κυβέρνηση να συνεχίσει την πολιτική του Βενιζέλου ως προς το έργο που είχε αναλάβει, και την ομαλή ροή των συμφωνηθέντων ποσών. (Στο σημείο αυτό ο N. Bouvier γράφει λανθασμένα ότι: «…Τα σχέδια τους ακυρώθηκαν από τα γεγονότα: ο Βενιζέλος έχασε την εξουσία..» Όπως βλέπoυμε όμως το εμπορικό δαιμόνιο του Fred τα είχε καταφέρει για τελευταία φορά, αν και οι καθυστερήσεις των συμφωνηθέντων ποσών από την ελληνική κυβέρνηση ήταν αφόρητες. Στις επιστολές του πρεσβευτή της Ελλάδας στη Γενεύη προς το υπουργείο του περιγράφεται με μελανά χρώματα η κατάσταση: «…Ευρισκόμεθα δ’ εν δυσχερεστάτη θέσει, διότι ο κ. Boissonnas δεν παύει απευθυνόμενος προς τε το Προξενείον και ημάς, αιτούμενος την ταχίστην αποστολήν της ληξιπροθέσμου απαιτήσεώς του…» 24-12-1921 και «…ευαρεστούμενοι χορηγήση μοι σχετικάς οδηγίας, δυναμένας ίσως να λυτρώσωσι την Βασιλικήν Πρεσβείαν των απαύστων οχλήσεων του αναφερομένου καλλιτέχνου…» 19-6-1922, Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας 1922, φάκελος 98, υποφάκελος 4 (φάκελος Boissonnas) .

Η Μικρασιατική Καταστροφή σηματοδότησε την οικονομική κατάρρευση των εκδόσεων Boissonnas. Λίγο μετά το 1922 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου αγόρασε το ατελιέ Cherry-Rousseau. Στην πελατεία συγκαταλέγονταν εκλεκτά ονόματα της διανόησης και των τεχνών αλλά οι καλές εποχές είχαν περάσει ανεπιστρεπτί.


Ο ακούραστος Fred όμως, συνέχισε τα ταξίδια με τον ενθουσιασμό ενός εφήβου. Μαζί με τον μηχανικό Paul Trembley επισκέφτηκε την Αίγυπτο (1929) και τον επόμενο χρόνο το Φθινόπωρο φωτογράφισε το Άγιον Όρος. (FRED BOISSONNAS, ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΕΝ ΕΤΕΙ 1930, κείμενα BETRAND BOUVIÉR, ΑΜΜΟΣ, 1994.)

Ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε το βιβλίο «Le Tourisme en Grèce» με πλούσιο φωτογραφικό υλικό απ’ όλη τη δουλειά του στην Ελλάδα και δικά του κείμενα.



Τα οικονομικά του προβλήματα τον οδήγησαν στην πώληση, ανάμεσα στα άλλα, του ιστορικού ατελιέ της Γενεύης στο Quai de la Poste καθώς και του σπιτιού του. Από δω και στο εξής ο Fred ζούσε με τις οικογένειες των παιδιών του. Η Augusta, η γυναίκα του Fred, δεν άντεξε τον ανεξήγητο θάνατο της κόρης τους Lilette. Έπαθε σοβαρό νευρικό κλονισμό και πέθανε, το 1940. Ο Fred την ακολούθησε έξι χρόνια αργότερα. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του τις πέρασε σε ένα μικρό δωμάτιο κοντά στη μικρή του κόρη Daniele.



Από τα γραπτά των δύο τελευταίων χρόνων της ζωής του, που περιγράφουν παράξενα γεγονότα, φαίνεται ότι ο Fred έφτασε στα όρια μεταξύ διαυγούς διάνοιας και τρέλας: πίστευε ότι βρισκόταν σε ένα πορφυρένιο παλάτι, άκουγε παράξενες μουσικές και τραγουδούσε αποσπάσματα από το Μαγεμένο Αυλό…

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Όταν οι Έλληνες ήταν θύματα δοuλεμπόρων και έχαναν τις ζωές τους στα βαπόρια της προσφυγιάς ιστορικά

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΙΣ ΗΠΑ



Οι Έλληνες μετανάστες στην Αμερική στις αρχές του 20ου αιώνα μέσα από τα επίσημα κρατικά έγγραφα. Ο ρατσισμός εναντίον τους και ο μύθος του οικονομικού θαύματος μέσα από ντοκουμέντα της εποχής.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται μιας και επαναλαμβάνονται τα ανθρώπινα λάθη. Λάθη και επιλογές που οδηγούν σε εμφύλιες συρράξεις, ένοπλες συγκρούσεις, διαπλοκή συμφερόντων, κρίση οικονομική, πολιτική και κυρίως, κοινωνική.
Εν έτει 2015, οι Σύροι εγκαταλείπουν την πατρίδα τους ανά χιλιάδες προσπαθώντας να σώσουν τους ιδίους και τις οικογένειες τους. Το “αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον” έχει γίνει κλισέ. Αλλά τα κλισέ δεν σώζουν ανθρώπινες ζωές από τα θαλάσσια κύματα. Ούτε από τα πυρά.
Γυρίζοντας τον χρόνο πίσω, και φτάνοντας στις αρχές του 20ου αιώνα, μπορούμε να ανιχνεύσουμε μέσα από ιστορικές καταγραφές, κοινές γραμμές με το σήμερα. Ιστορίες και αφηγήσεις που αφορούν θύματα δουλεμπόρων στην απεγνωσμένη προσπάθεια τους για μια νέα τύχη, κάπου αλλού, στα ξένα.
Σήμερα είναι οι Σύροι, τότε ήταν και οι Έλληνες που έφευγαν μαζικά προς τις ΗΠΑ.
Η συστηματική και μαζική μετανάστευση στις ΗΠΑ από όλη την Ευρώπη και από την Ελλάδα, αρχίζει μετά το 1870. Σύμφωνα με επίσημα στατιστικά στοιχεία, την δεκαετία 1871-1880 συνολικά 2.270.000 μετανάστες έφυγαν από την Ευρώπη για την Αμερική και μόνο 210 Έλληνες μεταξύ αυτών.
Την επόμενη δεκαετία 1881-1890 στους συνολικά 4.730.000 μετανάστες από την Ευρώπη μόνο 2.300 ήταν Έλληνες. Την επόμενη δεκαετία 1891-1900 έφτασαν στην Αμερική 16.000 Έλληνες. Την δεκαετία 1901-1910 έφυγαν 167.500 ενώ την δεκαετία 1911-1920 184.000 Ο συνολικός πληθυσμός των Ελλήνων στις ΗΠΑ κατά το 1920 έφτασε τους 370.000
Το 1921 ψηφίστηκε νόμος στις ΗΠΑ που περιόριζε την είσοδο μεταναστών σε συγκεκριμένες αναλογίες για κάθε χώρα, δίνοντας στην Ελλάδα αριθμό 4.890 ετησίως. Ο νόμος ίσχυσε 3 χρόνια στα οποία έφτασαν στης ΗΠΑ 41.000 Έλληνες. Ο νόμος το 1924 άλλαξε προς το χειρότερο επιτρέποντας μόνο 100 Έλληνες ετησίως.
Έτσι την πενταετία 1925-1930 ήλθαν 730 αλλά και άλλοι 7.000 ως σύζυγοι και ανήλικα τέκνα. Ο νόμος αυτός άλλαξε γρήγορα και την δεκαετία 1930-1939 ήλθαν 3.000 και άλλοι 6.000 ως σύζυγοι και άγαμα τέκνα. Κατά την διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου δεν υπήρξε μετανάστευση. Μετά το τέλος αυτού, την διετία 1947-1949 έφτασαν 4.000.
H “χρυσή δεκαετία” του μεταναστευτικού πυρετού προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ήταν η δεκαετία 1906-1915, όπου από την Ελλάδα μετανάστευσαν προς τις HΠΑ 250.555 άτομα, δηλαδή το 65% περίπου των Ελλήνων μεταναστών προς τις υπερπόντιες χώρες κατά την περίοδο 1881-1920.
H εμπόλεμη κατάσταση, αλλά και οι πολιτικές εκτροπές και ανωμαλίες γίνονται πρόξενοι μεγάλων πληθυσμιακών μετακινήσεων για την εποχή.
Η φωτογραφία (απεικονίζονται Έλληνες μετανάστες στην οδό Bayard του Manhattan, οι οποίοι – εν έτει 1898 – έχουν νοικιάσει από ένα στρώμα με 5 cents έκαστος) προέρχεται από το ιστολόγιο: http://thearkanproject.com:
 H συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων μεταναστών είναι στα πρώτα χρόνια άνδρες, αλλά με το πέρασμα του χρόνου η αναλογία των γυναικών αυξάνεται. Από νεώτερες μελέτες, σύμφωνα με επεξεργασμένα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος (EΣYE), προκύπτει ότι ενώ το 1896 στους 100 μετανάστες, 2,4 ήταν γυναίκες, το 1906 3,7 και το 1910 6,5, το 1914 η αναλογία θα φτάσει στις 12,4 γυναίκες και το 1924 στις 57,0.
Στην πλειοψηφία τους οι συμπατριώτες μας που μετανάστευαν στις υπερπόντιες χώρες, εκτός από τη σωματική ικανότητα, δε διέθεταν άλλο προσόν.
Έφταναν στον Πειραιά και αντίκριζαν για πρώτη φορά θάλασσα και βαπόρια. Ήταν αγράμματοι, λίγοι είχαν τελειώσει το Δημοτικό, στερημένοι άνθρωποι που δεν είχαν συνείδηση των δικαιωμάτων τους. Δηλαδή ήταν το κατάλληλο υλικό για εκμετάλλευση. Και βέβαια, η υποδοχή στις ΗΠΑ, θυμίζει πολύ τα νέα, “Ευρωπαϊκά ήθη και έθιμα”.
Διαβάζουμε στο “Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη. Βιβλίο πρώτο: Αμερική”, του Θανάση Βαλτινού, περί “υποδοχής στα ξένα”:
Πλεύρισε το καράβι στο λιμάνι, το λιμάνι πατωμένο, το τελωνείο απάνω στα νερά.
Φαίνεται πως η Αυστροαμερικάνα έβγαζε πολλούς λαθραίους ελεύθερους να φεύγει ο καθένας για το δικό του μέρος, και οι άλλες εταιρείες παραπονέθηκαν.
Έτσι η αμερικάνικη κυβέρνηση έστειλε επιτροπή να επιθεωρήσει πάλι τους ανθρώπους.
Ήρθε ο γιατρός κι άρχισε να εξετάζει έναν έναν.
Όποιος ήταν καλός του ’δινε μια κάρτα με μπλε μολύβι κι έγραφε απάνω οράιτ, αμερικάνικα. Όποιος δεν ήταν καλός του ’δινε σκαρτ με κόκκινο.
Καθένας που πέρναγε με μπλε πήγαινε στην επιτροπή, έδινε το χαρτί, το διάβαζαν καλά, τον έδιωχναν.
Τους άλλους τούς έβαζαν κάτω στο αμπάρι. Έφτασε η σειρά της παρέας μου, άρχισαν από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο που ήμουνα εγώ. Μου ’δωσε κόκκινο ο γιατρός, των άλλων μπλε.
Πάει, γυρίζω πίσω, λέω.
Και οι σύντροφοί μου με κοίταζαν αμίλητοι. Γυρίζω, το σκαρτ είναι γύρισμα το οράιτ όχι.
Πέρασαν όλοι από την επιτροπή, τους έδιωξαν.
Φτάνω εγώ, με παίρνουν με κατεβάζουν κάτω. Πρόλαβα φώναξα του αδερφού μου, είχε είκοσι δολάρια απάνω του. Του είπα να μου αφήσει τα μισά, θα τα χρειαζόμουν.
Κόντευε βράδυ, ο ήλιος έπεφτε.
Του λέω, αν είσαι ακόμα το πρωί εδώ, έλα να ιδωθούμε και φέρε τίποτα καλά.
Δεν ήρθε. Κι έμεινα μαζί με τους άλλους.
[…]
Την επαύριο ήρθε πάλι η επιτροπή, μας ξανακοίταξαν, μας έκριναν δεύτερη φορά σκάρτους. Σε τρεις μέρες καινούργια επιτροπή, ανώτερη. Έβαλαν μπροστά και μας εξέταζαν από την αρχή. Μας όρκισαν ότι ποτέ η κυβέρνηση δεν επιτρέπει σε αρρώστους, κλέφτες και εγκληματίες να πατήσουν αμερικάνικο έδαφος.
Τότε πήραμε απόφαση ότι μας γυρίζουν πίσω.
Κακό μού ήρθε να φτάσω στο χείλος της Αμερικής και μονάχα ως εκεί.
Μ’ έκλεισαν στο μπουντρούμι με τους εξήντα άλλους, διάφορες φυλές. Ήσαν και Εβραίοι ανάμεσά μας. Ένας απ’ αυτούς, κάθε που μας έφερναν νερό βούταγε να παίρνει πρώτος. Μια δυο, την τρίτη κάποιος είχε ένα σουγιά της φυλακής, του κόβει μια στα λαγαρά, ήρθε τούμπα.
Και για να μιλήσουμε με επίσημα στοιχεία μέσα από ιστορικές καταγραφές και ντοκουμέντα, ζητήσαμε την άδεια του Χρήστου Τσαντή να επικαλεστούμε πρόσφατη έρευνα του για το δουλεμπόριο με θύματα Έλληνες, στις αρχές του 20ου αιώνα, που θυμίζει σε μεγάλο βαθμό το τί γίνεται σήμερα.
Το άρθρο του συγγραφέα Χρήστου Τσαντή, όπως δημοσιεύθηκε στο προσωπικό του ιστολόγιο
«Ομολογώ ότι μπροστά στο θέαμα των διερχόμενων (μεταναστών) Ελλήνων η συνείδησή μου εξανίσταται. Οι μετανάστες, στους οποίους κάποιοι υπόσχονται τον επίγειο παράδεισο, παύουν να θεωρούνται ανθρώπινα όντα από τη στιγμή του απόπλου του ατμόπλοιου για Μασσαλία ή για άλλα ευρωπαϊκά λιμάνια. Ο μετανάστης μεταβάλλεται σε εμπόρευμα, σε είδος. Είναι θύματα των μεγάλων ατμοπλοϊκών εταιρειών. Υποθηκεύουν ή πουλάνε ό,τι κι αν έχουν, παραδίδοντας τα πάντα στους πράκτορες αυτών των εταιρειών».
Συγκλονίζει η έκθεση του Γενικού Πρόξενου της Ελλάδας στη Μασσαλία (1901-1902), για την κατάσταση των Ελλήνων μεταναστών, που μαζί με χιλιάδες Ιταλούς, Ιρλανδούς και άλλους Ευρωπαίους γεμίζανε τα πλοία για την Αμερική.
«Όσες φορές απευθύνθηκα σε ατμοπλοϊκές εταιρείες», γράφει ο πρόξενος, «για την προστασία Ελλήνων που δεν τους επέτρεψαν να αποβιβαστούν στην Αμερική, για διάφορους λόγους, οι πράκτορες αποποιούνται την επιστροφή των χρημάτων με επιχείρημα ότι αυτοί οι δυστυχείς υπέγραψαν συμφωνητικό προς του απόπλου από τον Πειραιά.  
[…] Αυτή τη στιγμή που γράφω, μπροστά στο προξενικό κατάστημα βρίσκονται περί τους 800 μετανάστες που ζητούν τη συνδρομή μου για να φύγουν στις ΗΠΑ και άλλοι για να συλληφθούν αυτοί που τους αφαίρεσαν με απάτη τα χρήματά τους. Άλλοι ζητούν την παρέμβασή μου ώστε να εισαχθούν σε φρενοκομείο της πόλης ως ψυχικά πάσχοντες από τις κακουχίες και τις στερήσεις του διάπλου».
«Πόντισον!»
Τραγική η πορεία στη ξενιτιά των ΗΠΑ για τους μετανάστες από την Ελλάδα και από τις άλλες χώρες στις αρχές του 20 αιώνα. Πολλοί ήταν αυτοί που έχαναν τα λογικά τους κατά τον εικοσαήμερο διάπλου του Ατλαντικού και άλλοι που δεν άντεχαν τις κακουχίες της ζωής μακριά από την πατρίδα. Ακόμη πιο σκληρές όμως ήταν οι σκηνές που διαδραματίζονταν με τους ανθρώπους που έχαναν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
Οι ναυτικοί κανονισμοί προέβλεπαν τη ρίψη του πτώματος στη θάλασσα μέσα σε ασφαλτωμένο φέρετρο για να μη γίνει ο νεκρός τροφή για τα ψάρια. Όμως τις πιο πολλές φορές ο πλοίαρχος, προκειμένου να αποφύγει δυσάρεστες καταστάσεις από τους συγγενείς, τους συνοδούς και τους υπόλοιπους μετανάστες, διέταζε το πλήρωμα να ρίξει τους νεκρούς στη θάλασσα μέσα στη νύχτα.
«Πόντισον!» έδινε τη διαταγή ο καπετάνιος και το πτώμα κυλούσε πάνω στο σανίδι, δεμένο με ένα βαρίδι στα πόδια κι έπεφτε στον ωκεανό μέσα στο πηχτό σκοτάδι. Το όνειρο του Νέου Κόσμου τελείωνε με την υπογραφή του καπετάνιου, του ιατρού του πλοίου και δύο ακόμα μαρτύρων σε μία ληξιαρχική πράξη θανάτου, ενώ τα πράγματα του νεκρού παραδίδονταν στην αρμόδια προξενική αρχή.
Ο μύθος του οικονομικού θαύματος
Όσοι κατάφερναν να φτάσουν στην ακτή, καταρρακωμένοι από τις κακουχίες, παραδίνονταν στο Αμερικανικό Γραφείο Μετανάστευσης, απ’ όπου πολλοί απορρίπτονταν και επέστρεφαν άπραγοι πίσω, αφού προηγουμένως είχαν παραδώσει το όποιο κομπόδεμά τους στους πράκτορες των ατμοπλοϊκών εταιρειών και σε άλλους εμπόρους ελπίδων.
Η ελληνική εφημερίδα της Νέας Υόρκης «Θερμοπύλες» έγραφε στις 10 Απριλίου του 1903:
«Και μαρμάρινη καρδιά να έχει κάποιος θα συντριβεί βλέποντας πολλούς Έλληνες μετανάστες να αποπέμπονται και να βρίσκονται μέσα στην απόγνωση. Πολλοί υποθηκεύσανε τα κτήματά τους στην Ελλάδα για να πληρώσουν τα εισιτήρια. Άλλοι μόλις άκουσαν ότι δεν γίνονται δεκτοί (από το Αμερικανικό Γραφείο Μετανάστευσης) αποπειράθηκαν να αυτοκτονήσουν πέφτοντας στη θάλασσα. Σε όλα τα πρόσωπα ήταν διακριτή η συντριβή της καρδιάς και η απόγνωση. 200 και πλέον Έλληνες μετανάστες αποπέμφθηκαν τους τελευταίους τρεις μήνες μεταξύ αυτών και γυναίκες που δεν βρέθηκαν οι διευθύνσεις των συγγενών τους στις ΗΠΑ. Τί θα απογίνουν τώρα αυτές οι γυναίκες επιστρέφοντας στη Γαλλία»;
Ποιά τύχη περίμενε όμως όσους γινόντουσαν δεκτοί;
Σωματεμπόριο παιδιών – Πλανόδιοι άνεργοι – Θύματα δουλεμπόρων
Η ελληνική εφημερίδα «Ατλαντίς» της Νέας Υόρκης καταγγέλλει, το Γενάρη του 1902, τη σωματεμπορία μικρών παιδιών από την Πελοπόννησο και από άλλες περιοχές της Ελλάδας, που στέλνονται στις ΗΠΑ και γυρνούν στους δρόμους κάνοντας ό,τι τους προστάξουν οι δουλέμποροι.
Άλλη εφημερίδα των Ελλήνων της Αμερικής, ο«Λοξίας» γράφει στις 18 Μάρτη του 1903:
«Οι Έλληνες μετανάστες στην Αμερική βρίσκονται σε αθλιότατη κατάσταση, ακόμη χειρότερη κι από αυτή άλλων εθνικοτήτων, όπως για παράδειγμα οι Κινέζοι. Αποβιβαζόμενος στις ΗΠΑ ο Έλληνας μετανάστης ταλαιπωρημένος από την αφόρητη οικονομική καχεξία και χωρίς να μπορεί να βρει δουλειά, δίχως να γνωρίζει τη γλώσσα, γίνεται έρμαιο στα χέρια αυτών που τον παρέσυραν στο κυνήγι του αμερικανικού χρυσού! Γίνεται δούλος.
[…] Γίνεται πλανόδιος, στερείται της αναγκαίας τροφής, κοιμάται σε υπόγεια χωρίς στοιχειώδη θέρμανση και υγιεινή, γυρνά στους δρόμους με χειράμαξες πουλώντας φρούτα, τον ξυλοφορτώνουν οι κλητήρες, παραμένει υπό αφόρητος ψύχος και υπό αφόρητη ζέστη, περιορίζει στο ελάχιστο τον νυχτερινό ύπνο, γυρίζει ρακένδυτος και ρυπαρός.
Αλληλοϋβρίζονται και συλλαμβάνονται καθημερινά. Οδηγούνται στα κρατητήρια ως παραβάτες των αστυνομικών διατάξεων. Γίνονται αντικείμενο (ρατσιστικών) επιθέσεων. Παλεύουν να εξοικονομήσουν ελάχιστα για να ζήσουν καταστρέφοντας την ίδια τους τη ζωή, αφού οι πιο πολλοί γίνονται φθισικοί».
Άλλοι Έλληνες μετανάστες βρήκαν δουλειά στα εργασιακά κάτεργα των σιδηροδρομικών σταθμών, οι οποίοι όμως για να ανταγωνιστούν τους υπόλοιπους μετανάστες εργάτες, έριξαν πολύ χαμηλά τις αμοιβές τους με συνέπεια να μην μπορούν να καλύψουν τις στοιχειώδες ανάγκες τους αλλά και να μπαίνουν στο στόχαστρο των υπόλοιπων εργαζομένων ως υπεύθυνοι για την καθίζηση της αξίας του μεροκάματου. Τα ατυχήματα που κοστίζουν τη ζωή πολλών Ελλήνων και άλλων μεταναστών, καθώς και η πτώση της τιμής του μεροκάματου οδηγούν πολλούς από αυτούς να εγκαταλείπουν τους σιδηροδρόμους.
Το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο Σικάγο
Ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο της εποχής μας δίνει η περιγραφή από ένα έγγραφο του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στο Σικάγο στις 11 Απριλίου του 1901:
«Οι περισσότεροι νέοι μετανάστες αυτό το χρόνο ήρθαν εδώ για να βρουν δουλειά στους σιδηροδρόμους. Μέχρι σήμερα όμως λιγότεροι από 200 βρήκαν εργασία. Οι πιο πολλοί αναγκάστηκαν να δουλέψουν σε ανθρακωρυχεία, έπειτα όμως από δυστυχήματα που συνέβησαν εγκατέλειψαν την εργασία τους. Ήδη 1500 περίπου περιπλανώνται άνεργοι στους δρόμους του Σικάγο. Μεταμελημένοι για την άφιξή τους στην Αμερική, εξαντλημένοι και χωρίς να διαθέτουν πλέον καθόλου χρήματα, στερούνται τα προς το ζην».
Το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη
Χαρακτηριστικά, για την κατάσταση που βιώναν οι Έλληνες στην Αμερική, είναι τα αποσπάσματα από τα έγγραφα που αντάλλαξαν ο Δ. ΜΠΟΤΑΣΗΣ Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη και ο υπουργός των εσωτερικών Γ. Θεοτόκης, τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1901.

«Κύριε Υπουργέ, το ρεύμα των Ελλήνων μεταναστών παραμένει ισχυρό»,γράφει ο πρόξενος της Νέας Υόρκης. «Από τις επίσημες στατιστικές του Γραφείου περί των εργασιακών, της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, φαίνεται ότι αποβιβάσθηκαν στο λιμάνι της από την Ελλάδα, κατά τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1900, 1267  Έλληνες μετανάστες, ενώ στους τρεις αντίστοιχους μήνες του 1899 είχαν αποβιβασθεί 667. Με λύπη μου παρατηρώ την αύξηση αυτή των μεταναστών από την Ελλάδα.
[…] Απέχω από το να εξετάσω το ζήτημα από οικονομική άποψη ή να εκφράσω κρίσεις για το κατά πόσο ζημιώνεται η Ελλάδα από τη στέρηση τόσο πολλών εργατικών χεριών. Παρατηρώ μόνο ότι οι μετανάστες υποφέρουν τα πάνδεινα. Δεν γνωρίζουν χειρωνακτικό επάγγελμα αλλά ούτε και τη γλώσσα. Τα 9/10 των μεταναστών προέρχονται από τις αγροτικές περιοχές του Βασιλείου της Ελλάδας.
Δεν βρίσκουν μεροκάματο γιατί είναι εκτεθειμένοι στον ανταγωνισμό των Ιρλανδών, που είναι περισσότεροι και ξέρουν τη γλώσσα, οπότε δεν τους μένει άλλο επάγγελμα να κάνουν. Γίνονται πλανόδιοι πουλώντας φρούτα περιφερόμενοι στους δρόμους με χειράμαξες και υποφέρουν μύριες διώξεις και καταπιέσεις από την τοπική αστυνομία, για παρακώλυση συγκοινωνιών. Επίσης έχουν να υποστούν τον συναγωνισμό των Ιταλών που είναι περισσότεροι.  Υπολογίζω ότι υπάρχουν 1500 Έλληνες πλανόδιοι στη Νέα Υόρκη.
[…]   Ζουν υπό αυστηρές οικονομίες στην τροφή και την κατοικία. Τα ενοίκια είναι πολύ ακριβά κι έτσι στοιβάζονται οχτώ με δέκα άτομα σε δωμάτια γεμάτα υγρασία. Πολλοί μάλιστα γίνονται φθισικοί, ένεκα του φριχτού κλίματος της Νέας Υόρκης κατά τους χειμερινούς μήνες.
[…] Δύο ή τρεις φορές έγινε προσπάθεια να επιβληθούν περιοριστικοί όροι για τη μετανάστευση αλλά ως τώρα δεν έχουν ψηφιστεί.
[…] Η ελάχιστη σωματική βλάβη, η απλή υπόνοια ότι ο μετανάστης έφτασε προσκληθείς εκ προκαταβολής εντεύθεν, όπως εργασθεί επί πληρωμή, αρκεί για να αρνηθεί την αποβίβασή του το Γραφείο Μεταναστεύσεων και να υποχρεώσει την ατμοπλοϊκή εταιρεία να τον επαναφέρει στο λιμάνι απ’ όπου τον παρέλαβε».
Η Εγκύκλιος του ελληνικού Υπουργείο Εσωτερικών για τη μετανάστευση
Αυτά έγραφε ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη στις 17 Μαρτίου του 1901. Ένα μήνα αργότερα, στις 19 Απριλίου του 1901, του απαντούσε με έγγραφό του ο Γ. Θεοτόκης, υπουργός εσωτερικών της ελληνικής κυβέρνησης. Τα δύο έγγραφα δημοσιεύτηκαν και εστάλησαν στους Νομάρχες του κράτους.
«Προς τους κ. κ. Νομάρχες,
Σας ανακοινώνουμε δύο εκθέσεις των προξένων της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ και στο Λίβερπουλ της Αγγλίας οι οποίες περιγράφουν τις στερήσεις και τις κακουχίες τις οποίες βιώνουν οι ομοεθνείς μας, όσοι βαυκαλιζόμενοι υπό απατηλών ελπίδων και σφαλερών υπολογισμών εγκαταλείπουν το πάτριο έδαφος και μεταναστεύουν στην Αμερική αναζητώντας μια καλύτερη τύχη.
Τις εκθέσεις των ανωτέρω προξένων περί της λυπηρότατης κατάστασης των μεταναστών επικυρώνουν οι πληροφορίες που έχουμε και από άλλες προξενικές αρχές της Ελλάδας, ιδίως δε του εν Σικάγο Γενικού Πρόξενου, ο οποίος ανέφερε με τηλεγράφημά του προς το Υπουργείο Εξωτερικών ότι περιπλανώνται εκεί άνεργοι περί τους 1000 μετανάστες (Έλληνες) άνευ χρημάτων και σε απελπιστική κατάσταση.
Η κατάσταση αυτή των μεταναστών ελπίζουμε να πείσει όσους εγκαταλείπουν την πατρική εστία, τους οικείους και των φτωχικό αλλά έντιμο εν τη πατρίδα βίο ότι, εάν ευάριθμοι εκ των μεταναστών κατορθώνουν μετά από πολυετείς εξευτελισμούς και ταλαιπωρίες να βελτιώσουν την υλική τους κατάσταση στην Αμερική, οι περισσότεροι καταστρέφονται εκπατριζόμενοι.
Την εγκύκλιο αυτή παρακαλούμε να την αποστείλετε σε ικανά αντίτυπα στους Δημάρχους και στους Αστυνόμους της δικαιοδοσίας σας διατάσσοντας την ανάγνωσή τους στις εκκλησίες επί τρεις συνεχόμενες Κυριακές.
Αθήνα – 19 Απριλίου 1901.
Ο Υπουργός Γ. Ν. Θεοτόκης.
Κ. Α. Βαμπάς».
Μόνο από την 1 Ιανουαρίου μέχρι την 30η Μαρτίου του 1903 αναχώρησαν από τον Πειραιά 9.950 μετανάστες. 10.000 Έλληνες πήραν το δρόμο της ξενιτιάς μέσα σε τρεις μόλις μήνες, σε μία περίοδο που ο συνολικός πληθυσμός της χώρας δεν ξεπερνούσε τους 2.700.000 κατοίκους.
Ας λειτουργήσουν αυτά τα κρατικά έγγραφα και τα στοιχεία ως καμπάνα υπενθύμισης για όσους ξεχνούν το παρελθόν αυτού του τόπου και την ιστορία του.
Ένας λαός που τραγούδησε: «Την ξενιτειά, τη γυμνωσιά, την πίκρα, την αγάπη… τα τέσσερα τα ζύγισα, βαρύτερα είν’ τα ξένα», μπορεί να καταλάβει τι πάει να πει προσφυγιά, τι σημαίνει μετανάστευση.

____________________

*Ο Χρήστος Τσαντής είναι Συγγραφέας
Σπούδασε Συμβουλευτική και Ψυχολογία.
Έως σήμερα έχουν εκδοθεί 5 έργα του, δύο μυθιστορήματα, δύο νουβέλες και μία ποιητική συλλογή:
-Τσαντής, Χ. (2007), Με βάρκα το ταξίδι. Αθήνα: Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
-Τσαντής, Χ. (2008), Το πηγάδι. Αθήνα: Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
-Τσαντής, Χ. (2012), Φάρος. Πάτρα: Εκδόσεις Περί Τεχνών.
-Τσαντής, Χ. (2013) Ο μικρός πρίγκιπας συναντά τον Κύριο Καζαντζάκη στο δρόμο της αναζήτησης. Αθήνα: Εκδόσεις Λυκόφως.
-Τσαντής, Χ. (2014) Κόκκινο Τριαντάφυλλο. Ποιήματα.
Το 2012 βραβεύτηκε στον 30ο διαγωνισμό της «Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών» για το διήγημα: «Γράμμα σ’ έναν φίλο που έφυγε πρώτος», στο οποίο βασίστηκε η νουβέλα «Φάρος».

Πηγή: news247.gr